Δικηγόροι:«Η Συμφωνία των Πρεσπών είναι “νεκρή”» – Η υποπαράγραφος που πολλοί έχουν αγνοήσει

Στην τελική ευθεία μπαίνουν οι διαδικασίες για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών και από τις δύο πλευρές των συνόρων, με ανοιχτό όμως το ερώτημα για τις πολιτικές εξελίξεις που θα πυροδοτηθούν.
Σε ό,τι αφορά την ίδια την ΠΓΔΜ η ενίσχυση της κυβερνητικής πλειοψηφίας με τους 8 βουλευτές του VMRO-DPMNE μέχρι τώρα μπόρεσε να προχωρήσει τη διαδικασία, συμπεριλαμβανομένων και των τροπολογιών που αποσκοπούσαν στον καθησυχασμό της ελληνικής πλευρά ότι δεν τίθεται θέμα «μακεδονικής εθνότητας».
Σε αυτή τη βάση εκτιμάται ότι η διαδικασία θα ολοκληρωθεί μέσα στα χρονικά όρια που είχαν αρχικά ανακοινωθεί δηλ. μέχρι τις 15 Ιανουαρίου.
Διευκολύνει τα πράγματα και η βαθιά κρίση που διαπερνά το VMRO-DPMNE, ιδίως μετά την φυγή του πρώην πρωθυπουργού Γκρούεφσκι στην Ουγγαρία που ισοδυναμούσε με έμμεση παραδοχή ενοχής για όσα του καταμαρτυρούν.
Ακόμη και εάν δεν υπάρχει κάποιο κλίμα «ενθουσιασμού» για τη συμφωνία, κάτι που εξηγεί και το άγχος του Ζόρα Ζάεφ να υπενθυμίζει σε διάφορες παρεμβάσεις ότι κατοχυρώνεται η «μακεδονική ταυτότητα», θεωρείται δεδομένο ότι η διαδικασία θα ολοκληρωθεί χωρίς εκπλήξεις.
Η ΑΠΟΚΑΛΥΨΗ
Στα ψιλά γράμματα της Συμφωνίας των Πρεσπών, ξεχωρίζει μία υποπαράγραφος, την οποία πολλοί έχουν αγνοήσει. Η υποπαράγραφος αυτή, όμως, είναι ο λόγος για τον οποίο, αυτή τη στιγμή, η Συμφωνία των Πρεσπών πρέπει να θεωρείται… λήξασα!
Κι εξηγούμαι:
Μέρος Πρώτο, άρθρο πρώτο, παράγραφος 4, περίπτωση ε Συμφωνίας Πρεσπών: «Το Δεύτερο Μέρος (σ.σ. Σκόπια) θα ολοκληρώσει in toto τις συνταγματικές τροποποιήσεις έως το τέλος του 2018».
Το τέλος του 2018 ήρθε. Και πέρασε, όπως γράφει η η Δικηγόρος Σοφία Νικολάου
Το «Δεύτερο Μέρος», όμως, δεν ολοκλήρωσε και μάλιστα in toto (= στο σύνολο) τις συνταγματικές αλλαγές. Αυτό δεν φαίνεται να γίνεται τουλάχιστον μέχρι τις 10 Ιανουαρίου, οπότε και θα ψηφίσει η σκοπιανή Βουλή. Άραγε, αυτές οι δέκα ημέρες της υπέρβασης, είναι ικανές να ανατρέψουν το σκηνικό;
Η Συμφωνία των Πρεσπών, ως διεθνής συνθήκη, υπάγεται στις διατάξεις της Σύμβασης της Βιέννης του 1969 για το Δίκαιο των Συνθηκών.
Στη Συνθήκη αυτή περιγράφονται τρεις τρόποι για την απεμπλοκή ενός Κράτους από μία Συμφωνία: Ακύρωση, καταγγελία, λήξη/αναστολή εφαρμογής.
Η ακύρωση είναι μάλλον αδύνατη, καθώς θα πρέπει να αποδείξουμε ότι ο Κοτζιάς ήταν υπό καθεστώς πλάνης, απάτης ή απειλής τη στιγμή που υπέγραφε τη συμφωνία.
Όσον αφορά στην καταγγελία, ο κ. Τσίπρας με τον «αδελφό» κ. Ζάεφ, φρόντισαν να καταστήσουν τη συνθήκη στο άρθρο 20, «αμετάκλητη».
Αυτό παραπέμπει στο άρθρο 56 της Συνθήκης της Βιέννης, όπου αναφέρεται ρητώς: «Συνθήκη, μη περιέχουσα διάταξιν αφορώσαν εις την λήξιν και μη προβλεπούσα την καταγγελίαν ή αποχώρησιν εκ ταύτης δεν δύναται να καταγγελθή ή να λυθή διά αποχωρήσεως».
Άρα μας απέμεινε μονάχα μία επιλογή: Λήξις ή αναστολή εφαρμογής.
Πόσο εφικτό είναι;
Το άρθρο 60 της Συνθήκης της Βιέννης κάνει λόγο για «ουσιώδη παραβίαση». Αυτή η παραβίαση, αναφέρει, δίνει το δικαίωμα στο Κράτος να τερματίσει τη συμφωνία, ή να αναστείλει την εφαρμογή της.
Οι πολιτικοί λόγοι που καθιστούν ήδη τη Συνθήκη λήξασα είναι γνωστοί σε όλους. Ο κ. Ζάεφ και οι συν αυτώ, με συνεχείς και καθημερινές εμπρηστικές δηλώσεις περί μακεδονισμού, δηλητηριάζουν την όποια πιθανότητα αρμονικής συνύπαρξης, παραβιάζοντας με τον τρόπο αυτό «ουσιωδώς» τη Συμφωνία.
Πέρα, όμως, από την πολιτική προέκταση του ζητήματος, εδώ αναφύεται και το νομικό ζήτημα του κατά πόσο συνιστά «ουσιώδη παραβίαση» η μη τήρηση του χρονοδιαγράμματος.
Μπορεί να ακούγεται ασήμαντη λεπτομέρεια, σε επίπεδο, όμως, διακρατικών συμφωνιών, ακόμα και το κόμμα στο κείμενο μίας συμφωνίας οφείλει και πρέπει να τηρείται κατά γράμμα. Εν προκειμένω, κάτι τέτοιο δεν έγινε.
Μπορεί, όμως, κάποιος να το χρησιμοποιήσει για να ζητήσει την ακύρωση της Συμφωνίας; Και πως; Όπως μάθαμε από τον κυβερνητικό εκπρόσωπο, μετά τις 15 Ιανουαρίου (και την ψήφιση του σκοπιανού συντάγματος), ο πρωθυπουργός θα ανακοινώσει το χρονοδιάγραμμα της κύρωσης της Συμφωνίας των Πρεσπών. Στο σενάριο της υπερψήφισης, ακολουθεί η κύρωση διά τυπικού νόμου από τη Βουλή. Προσβάλλεται ο τυπικός νόμος;
Τον Ιούλιο του 2018, μετά την υπογραφή της Συμφωνίας των Πρεσπών, οι Παμμακεδονικές Ενώσεις προσέφυγαν στο Συμβούλιο της Επικρατείας ζητώντας την ακύρωσή της.
Το ΣτΕ έκρινε πως η Συμφωνία είναι κομμάτι της κυβερνητικής πολιτικής και δεν μπορεί να ελεγχθεί δικαστικά. Η μειοψηφία, όμως, στην απόφαση ήταν σαφής και διατρέχει πλείστες αποφάσεις του ανωτάτου ακυρωτικού: Όταν διάταξη διεθνούς συνθήκης, ή διάταξη τυπικού νόμου χρησιμοποιείται ως προκάλυμμα διατάξεων με ισχύ σε ατομικό επίπεδο, ή προσβάλει ένα ατομικό δικαίωμα, μπορεί να ζητηθεί η ακύρωσή τους ενώπιον του Δικαστηρίου.
Εν προκειμένω και μετά την ψήφιση του Νόμου από τη Βουλή των Ελλήνων, θα πρέπει να ζητηθεί εκ νέου η ακύρωση της Συμφωνίας, αυτή τη φορά υπό τη μορφή που έλαβε ως νόμος του Κράτους.
Κι αν πάλι το ΣτΕ θεωρήσει ανέλεγκτο τον τυπικό νόμο, κατά την πάγια νομολογία του, δεν μπορεί να πράξει το ίδιο και για τις κανονιστικές πράξεις που θα εκδοθούν, κατ’ ακολουθία του Νόμου και θα οριοθετούν συγκεκριμένα σημεία της Συμφωνίας, όπως είναι οι εμπορικές ονομασίες, τα εμπορικά σήματα και οι ονομασίες.
Και το «νομικό» πάτημα αυτή τη φορά είναι ισχυρότατο: Τα Σκόπια δεν ολοκλήρωσαν «in toto» τις συνταγματικές αλλαγές μέχρι το τέλος του 2018, όπως όφειλαν. Κατά γενική αρχή του δικαίου, η μη τήρηση μιας προθεσμίας συνεπάγεται τον τερματισμό της συμφωνίας που την προβλέπει. Η Συμφωνία δεν υπάρχει πια!
Είναι πάγια η θέση μου ότι δεν πρέπει να προσπαθείς να περιβάλεις με νομικό μανδύα την πολιτική σου διαφωνία. Όμως, όταν μία συμφωνία παραβιάζει όχι μόνο τις αρχές της λογικής, αλλά και της ιστορικής και πολιτικής ταυτότητας ενός ολάκερου γένους, οφείλεις να αφιερώσεις όλα σου τα όπλα – νομικά και πολιτικά – στον αγώνα.
Μέχρι τη νίκη, λοιπόν!
H ΩΡΑ ΤΗΣ ΕΛΛΗΝΙΚΗΣ ΒΟΥΛΗΣ
Σε αντίθεση με τη γειτονική χώρα όπου είχε τεθεί ένα σαφές χρονικό όριο για την ολοκλήρωση των αναγκαίων Συνταγματικών αλλαγών, στην Ελλάδα δεν έχει διατυπωθεί ένα χρονικό όριο για την επικύρωση της Συμφωνίας των Πρεσπών, που είναι η αναγκαία συνθήκη για να μπορέσει να προχωρήσει και η διαδικασία ένταξης της ΠΓΔΜ (ως «Βόρεια Μακεδονία» πλέον) στο ΝΑΤΟ. Το μόνο που έχει ειπωθεί είναι ότι ο πρωθυπουργός θα αποφασίσει για την ημερομηνία εισαγωγής της συμφωνίας στο ελληνικό κοινοβούλιο μετά τις 18 Ιανουαρίου.
Χαρακτηριστικές από αυτή την άποψη και οι δηλώσεις του κυβερνητικού εκπροσώπου Δημήτρη Τζανακόπουλου σε τηλεοπτικό κανάλι: «Δεν υπάρχει ένας σαφής χρονικός προσδιορισμός στην ίδια τη Συμφωνία, υπάρχει η διακριτική ευχέρεια της κυβέρνησης μέσα σε εύλογο χρόνο να προχωρήσει στην ψήφιση του νόμου αυτού και την κύρωση της Συμφωνίας. Εκτιμώ ότι αυτός ο χρόνος δεν μπορεί να ξεπεράσει τον έναν-ενάμιση μήνα».
Μάλιστα, όπως έχει ξεκαθαριστεί από την κυβέρνηση θα υπάρξουν στην πραγματικότητα δύο ψηφοφορίες σε σχέση με το Μακεδονικό. Η πρώτη θα αφορά την επικύρωση της συμφωνίας και η δεύτερη το Πρωτόκολλο ένταξης της «Βόρειας Μακεδονίας» στο ΝΑΤΟ, με την κυβέρνηση σαφώς να επιδιώκει με τη δεύτερη ψηφοφορία να πιέσει την αντιπολίτευση, εφόσον υποτίθεται ότι παραδοσιακά φιλοατλαντικές δυνάμεις όπως η ΝΔ δύσκολα θα μπορούσαν να καταψηφίσουν τη διεύρυνση του ΝΑΤΟ.
Η αριθμητική της επικύρωσης
Ο πρωθυπουργός ελπίζει να βρει στήριξη από τους περισσότερους βουλευτές του Ποταμιού καθώς και από κάποιους των ΑΝΕΛ ώστε να μπορέσει να συγκεντρώσει τους 151, με δεδομένη την άρνηση Καμμένου να ψηφίσει την Συμφωνία.
Ωστόσο, πριν από ένα 24ωρο ο κυβερνητικός εκπρόσωπος έκανε την πρώτη «κωλοτούμπα» του 2019: Ο κ. Τζανακόπουλος απέκλεισε το ενδεχόμενο να ζητήσει η κυβέρνηση ψήφο εμπιστοσύνης, λέγοντας ότι ακόμα και αν δεν ψηφίσει τη συμφωνία ο Πάνος Καμμένος, το κόμμα του δεν θα υπερψηφίσει τυχόν πρόταση δυσπιστίας της ΝΔ, άρα η κυβέρνηση θα συνεχίσει ως μειοψηφία. Επικαλέστηκε μάλιστα το παράδειγμα της Ιβηρικής Χερσονήσου, χωρίς όμως να είναι πλήρως ενημερωμένος για τι ακριβώς ισχύει στην Ισπανία και την Πορτογαλία.
Στην Ισπανία το Σύνταγμα προβλέπει ότι αν ένα κόμμα πετύχει την απόλυτη πλειοψηφία των εδρών στην πρόταση μομφής κατά της κυβέρνησης, τότε το κόμμα αυτό σχηματίζει κυβέρνηση και θεωρείται ότι έχει τη δεδηλωμένη της Βουλής. Αυτό συνέβη με τον σοσιαλιστή Πέδρο Σάντσεθ, ο οποίος πέτυχε την πτώση του Ραχόι (Ιούνιος 2018) και έγινε πρωθυπουργός, βάσει των όσων ορίζει το Σύνταγμα.
Στην Πορτογαλία, ο σοσιαλιστής Αντόνιο Κόστα με τη στήριξη άλλων τριών κομμάτων πέτυχε την πτώση της κεντροδεξιάς κυβέρνησης μειοψηφίας του πρωθυπουργού Κοέλιο (Νοέμβριος 2015) και το σχηματισμό κυβέρνησης, μέσω πρότασης μομφής, βάσει των όσων προβλέπει το Σύνταγμα: Ο τότε πρόεδρος της χώρας, Καβάκο Σίλβα (επίσης κεντροδεξιός) του έδωσε την εντολή σχηματισμού κυβέρνησης, εφόσον έλαβε τη διαβεβαίωση ότι έχει τη στήριξη των δύο κομμάτων της αριστεράς (BE και ΚΚ Πορτογαλίας) και των Οικολόγων.
Πριν από μερικούς μήνες όμως ο ίδιος ο κ. Τζανακόπουλος είχε δηλώσει ότι ο πρωθυπουργός προτίθεται να ζητήσει ψήφο εμπιστοσύνης. Ακούστε τα ηχητικά αποσπάσματα:
Όσο για τους 151: Οι μόνοι «δεδομένοι» ωστόσο, είναι ο Σπύρος Δανέλλης από το Ποτάμι και ο Θανάσης Παπαχριστόπουλος από τους ΑΝΕΛ. Η υπουργός Τουρισμού, προερχόμενη από τους ΑΝΕΛ Έλενα Κουντουρά δεν έχει ξεκαθαρίσει τι ακριβώς θα κάνει και ως εκ τούτου όλα τα ενδεχόμενα είναι ανοιχτά.
Όσο αφορά την Κατερίνα Παπακώστα η οποία έχει εισέλθει στην κυβέρνηση ως εκπρόσωπος του κόμματος Νέα Ελληνική Ορμή, θεωρείται δύσκολο να πάει κόντρα στο κυβερνητικό ρεύμα, με δεδομένο ότι επιλέχθηκε από τον πρωθυπουργό για τη θέση της υφυπουργού Προστασίας του Πολίτη. Βέβαια, η ίδια δεν έχει ανοίξει τα «χαρτιά» της σημειώνοντας ότι θα πάρει την απόφασή της όταν έρθει η ώρα.
Ερωτήματα υπάρχουν και για το τι τελικά θα πράξει ο πρόεδρος της ΔΗΜΑΡ Θανάσης Θεοχαρόπουλος, με δεδομένο ότι το Κίνημα Αλλαγής δεν προτίθεται να ψηφίσει υπέρ της Συμφωνίας.

Δεν υπάρχουν σχόλια

Από το Blogger.