“Vomva” apo tin Elvetia: Erchetai «foros metanastefsis»

Μια πρόταση που αναμένεται να προκαλέσει έντονες συζητήσεις στην Ελβετία αλλά και στις σχέσεις της χώρας με την Ευρωπαϊκή Ένωση φέρνει στο προσκήνιο ένα ιδιαίτερα αυστηρό μέτρο για την απασχόληση εργαζομένων από το εξωτερικό.

Στο ελβετικό Κοινοβούλιο εξετάζεται η δημιουργία ειδικής εισφοράς για επιχειρήσεις που προσλαμβάνουν εργαζομένους από χώρες της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Σύμφωνα με τις μέχρι τώρα εισηγήσεις, το ποσό θα μπορούσε να ξεκινά από περίπου 4.000 ελβετικά φράγκα τον χρόνο για κάθε νέο εργαζόμενο.

ΣΤΟΧΟΣ ΝΑ ΔΟΘΕΙ ΠΡΟΤΕΡΑΙΟΤΗΤΑ ΣΤΟΥΣ ΕΛΒΕΤΟΥΣ ΕΡΓΑΖΟΜΕΝΟΥΣ

Η λογική πίσω από την πρόταση είναι να δημιουργηθεί ένα οικονομικό αντικίνητρο για τις επιχειρήσεις που στρέφονται στην πρόσληψη προσωπικού από άλλες ευρωπαϊκές χώρες.

Οι υποστηρικτές της πρωτοβουλίας υποστηρίζουν ότι οι εργοδότες θα πρέπει πρώτα να αξιοποιούν το διαθέσιμο εγχώριο εργατικό δυναμικό και μόνο στη συνέχεια να αναζητούν προσωπικό στο εξωτερικό.

Η συζήτηση συνδέεται με τις ανησυχίες που υπάρχουν για την αύξηση του πληθυσμού, την πίεση στην αγορά κατοικίας και τις ανάγκες που δημιουργούνται στις δημόσιες υποδομές.

ΠΟΙΟΣ ΘΑ ΚΑΛΕΙΤΑΙ ΝΑ ΠΛΗΡΩΝΕΙ

Σύμφωνα με το προτεινόμενο μοντέλο, το οικονομικό βάρος για έναν εργαζόμενο από την ΕΕ θα πέφτει κατά κύριο λόγο στον Ελβετό εργοδότη που τον προσλαμβάνει.

Διαφορετική αντιμετώπιση προβλέπεται στην περίπτωση οικογενειακής επανένωσης, όπου ενήλικα μέλη οικογένειας που μετακινούνται στην Ελβετία για να εγκατασταθούν μαζί με εργαζόμενο συγγενή θα μπορούσαν να επιβαρύνονται τα ίδια με ειδική εισφορά.

Ιδιαίτερο ενδιαφέρον παρουσιάζει και η πρόβλεψη για την αξιοποίηση των εσόδων. Η πρόταση προβλέπει ότι τα χρήματα που θα συγκεντρώνονται θα μπορούσαν να επιστρέφονται στον ελβετικό πληθυσμό.

ΣΤΟ ΦΟΝΤΟ Η ΜΕΓΑΛΗ ΜΑΧΗ ΓΙΑ ΤΟΝ ΠΛΗΘΥΣΜΟ

Το ζήτημα της μετανάστευσης βρίσκεται ήδη ψηλά στην πολιτική ατζέντα της Ελβετίας.

Η χώρα έχει δει σημαντική πληθυσμιακή αύξηση τις τελευταίες δεκαετίες, ενώ η ελεύθερη κυκλοφορία προσώπων με την ΕΕ έχει διευκολύνει την εγκατάσταση Ευρωπαίων πολιτών που εργάζονται στην ελβετική αγορά.

Τον Ιούνιο, οι Ελβετοί είχαν κληθεί να αποφασίσουν σε δημοψήφισμα για πρόταση που στόχευε στον περιορισμό της πληθυσμιακής αύξησης. Η πρόταση απορρίφθηκε, με τους επικριτές της να προειδοποιούν μεταξύ άλλων για τις συνέπειες που θα μπορούσαν να υπάρξουν στην οικονομία και στην αγορά εργασίας.

ΑΝΗΣΥΧΙΑ ΓΙΑ ΣΤΕΓΑΣΗ, ΥΓΕΙΑ ΚΑΙ ΥΠΟΔΟΜΕΣ

Οι υποστηρικτές αυστηρότερης μεταναστευτικής πολιτικής θεωρούν ότι η συνεχής αύξηση του πληθυσμού δημιουργεί ολοένα μεγαλύτερες απαιτήσεις.

Στο επίκεντρο βρίσκονται οι τιμές των κατοικιών, οι υποδομές μεταφορών, τα σχολεία, η υγειονομική περίθαλψη, η ενέργεια και οι υπηρεσίες κοινωνικής πρόνοιας.

Από την άλλη πλευρά, οι επιχειρήσεις υπογραμμίζουν ότι η ελβετική οικονομία χρειάζεται ξένο εργατικό δυναμικό για να καλύψει κενές θέσεις και να αντιμετωπίσει ελλείψεις προσωπικού.

ΤΟ ΜΕΓΑΛΟ ΕΡΩΤΗΜΑ: ΣΥΓΚΡΟΥΕΤΑΙ ΜΕ ΤΗΝ ΕΕ;

Εδώ βρίσκεται ίσως το πιο δύσκολο σημείο της υπόθεσης.


Η ελβετική κυβέρνηση έχει εκφράσει επιφυλάξεις για το κατά πόσο ένας τέτοιος μηχανισμός θα μπορούσε να συμβαδίσει με τη συμφωνία για την ελεύθερη κυκλοφορία των προσώπων μεταξύ Ελβετίας και Ευρωπαϊκής Ένωσης.

Έτσι, μια πρόταση που παρουσιάζεται ως μέσο προστασίας της εγχώριας αγοράς εργασίας μπορεί να εξελιχθεί σε πολύ ευρύτερη πολιτική και θεσμική σύγκρουση.

Το θέμα αναμένεται να εξεταστεί περαιτέρω και να οδηγηθεί σε κοινοβουλευτική διαδικασία κατά την επόμενη φθινοπωρινή περίοδο.

ΕΝΑ ΜΕΤΡΟ ΠΟΥ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΑΛΛΑΞΕΙ ΤΑ ΔΕΔΟΜΕΝΑ

Η συζήτηση στην Ελβετία δεν αφορά πλέον μόνο έναν νέο φόρο ή μια επιπλέον επιβάρυνση για τις επιχειρήσεις.

Αγγίζει τον πυρήνα της σχέσης της χώρας με την Ευρώπη, το μοντέλο της ελεύθερης κυκλοφορίας εργαζομένων και το ερώτημα για το πόσο μπορεί να αυξάνεται ο πληθυσμός μιας χώρας χωρίς να δοκιμάζονται οι υποδομές της.

Εάν η πρόταση προχωρήσει, η Ελβετία θα μπορούσε να βρεθεί μπροστά σε ένα νέο και ιδιαίτερα αμφιλεγόμενο μοντέλο: οι επιχειρήσεις που επιλέγουν να αναζητήσουν εργατικό δυναμικό εκτός της χώρας να καλούνται να καταβάλουν ειδικό τίμημα.

Και αυτό ανοίγει μια πολύ μεγαλύτερη συζήτηση για το μέλλον της μετανάστευσης, της εργασίας και των σχέσεων Βέρνης–Βρυξελλών.