Με οδυνηρό τρόπο γράφτηκε ο επίλογος στο θρίλερ της αναζήτησης του 78χρονου Στέργιου Βλάχου στην Κοζάνη. Ο ηλικιωμένος άνδρας, του οποίου τα ίχνη είχαν χαθεί από το πρωί της Τετάρτης (6/5), βρέθηκε χωρίς τις αισθήσεις του το μεσημέρι της Κυριακής (17/5) σε ορεινή τοποθεσία πάνω από το Πλατανόρευμα.
Όπως αναφέρουν τοπικές πηγές του kozanimedia.gr, ο 78χρονος, που αντιμετώπιζε προβλήματα άνοιας, καταγόταν από τα Σέρβια αλλά διέμενε μόνιμα στο Πλατανόρευμα. Είχε αναχωρήσει από την κατοικία του για τον συνηθισμένο του περίπατο, ωστόσο δεν επέστρεψε ποτέ. Αμέσως σήμανε συναγερμός και ξεκίνησαν σαρωτικές έρευνες τόσο εντός του οικισμού όσο και στην ευρύτερη περιοχή, με τη συνδρομή της Πυροσβεστικής, ειδικά εκπαιδευμένων σκύλων, αλλά και drones, δίχως όμως θετικό αποτέλεσμα.
Η σύζυγός του μιλώντας στην τηλεοπτική εκπομπή «Φως στο Τούνελ» στο Mega, αναφέρθηκε με δάκρυα στα μάτια στο πώς ξεκίνησε η μοιραία εκείνη ημέρα: «Ξυπνήσαμε εκείνο το πρωί, όπως κάθε μέρα. Ήπιαμε μαζί τον καφέ μας και βγήκαμε στην αυλή. Εγώ άπλωνα τα ρούχα και ο σύζυγός μου κάθεται εδώ στην καρέκλα. Του λέω πάω μέσα να δω το φαγητό, να κλείσω την κουζίνα και ξαναβγαίνω. Όταν ξαναβγήκα δεν τον ξαναείδα. Ανησυχήσαμε, έψαχνε ο κόσμος όλος, χαμός γινόταν, δεν κοιμηθήκαμε. Μικρά φώναζαν “Στέργιο, Στέργιο που είσαι”. Είχαμε ελπίδες ότι θα βρεθεί, αλλά τίποτα». Η ίδια, όντας στο πλευρό του από το 1969, πρόσθεσε με πόνο: «Ακόμα κοιτάζω, νομίζω θα τον δω γύρω-γύρω, λες και άνοιξε η γη και τον κατάπιε».
Από την πλευρά της, η εγγονή του εξέφρασε την αρχική της πεποίθηση πως ο παππούς της θα βρισκόταν σύντομα: «Πίστευα ότι θα τον βρίσκαμε από την πρώτη ώρα που πήγαμε και ψάξαμε, ότι ήταν κάπου εδώ κοντά, δεν πίστευα ότι θα εξελιχθούν έτσι τα πράγματα. Πήγαμε σε όλους τους πιθανούς δρόμους που θα μπορούσε να ακολουθήσαμε δε βρήκαμε τίποτα. Ψάξαμε το χωριό γύρω γύρω με τους συχωριανούς. Η γιαγιά έδωσε κατάθεση στην Αστυνομία ότι αγνοείται. Ψάχνουμε και δε μπορούμε να βγούμε τίποτα».
Το προφίλ του 78χρονου περιέγραψε ένας φίλος του, ο Θανάσης Μπλαντας, εστιάζοντας στον χαρακτήρα του: «ήταν ένας πολύ κοινωνικός άνθρωπος, ήταν άνθρωπος της αγοράς, έβγαινε στα παζάρια, στις λαϊκές τα τελευταία χρόνια. Είχε καλή σωματική κατάσταση, τον καμαρώναμε όταν χόρευε. Ήταν καλός περιπατητής, πήγαινε και στο ΚΑΠΗ, είχε πολλές δραστηριότητες και μας λυπεί που ο άνθρωπος αγνοείται, τον ψάχνουμε όλοι». Παράλληλα, διευκρινίστηκε σχετικά με το υλικό των καμερών ασφαλείας: «Είδαμε όλα τα δεδομένα από όλες τις κάμερες, δεν είδαμε κάποια κίνηση, κάποια παρουσία ανθρώπου ή περιπατητή».
«Ήταν καταβεβλημένος, δεν μπορούσε να περπατήσει»
Η κόρη του αναφέρθηκε στις συνήθειές του αλλά και στις δυσκολίες που αντιμετώπιζε, εξηγώντας πως αναζητούσε ομαλούς δρόμους: «ο πατέρας μου έκανε βόλτες, πήγαινε στο σταυροδρόμι και γύριζε, άλλες φορές έκανε έναν κύκλο. Πιο παλιά πήγαινε και Σέρβια, είχε ένα κτήμα εκεί. Το πρώτο που σκέφτηκα ήταν ότι μπορεί να εγκλωβίστηκε σε ένα σπίτι, σε ένα γκαράζ, σε ένα χώρο. Ζήτησα από τους χωριανούς να ψάξουν πολύ καλά τους χώρους και τους κλειδωμένους. Καμιά φορά έχανε το δρόμο, λόγω της δουλείας του ο κόσμος τον ήξερε. Όταν τον έβρισκαν στον δρόμο τον γύριζαν σπίτι. Έμπαινε σε αυτοκίνητα περαστικών». Όπως επισήμανε, είχε σκεφτεί σοβαρά το ενδεχόμενο να τον είχε επιβιβάσει κάποιος σε όχημα ή να είχε συμβεί κάποιο ατύχημα.
Καθοριστική ήταν η μαρτυρία μιας γυναίκας, η οποία είδε τον 78χρονο να περπατάει το επίμαχο πρωινό. Όπως περιέγραψε, τον ρώτησε «Στέργιο που πας μέσα στη ζέστη», με εκείνον να της δίνει την απάντηση: «όπου με βγάλει ο δρόμος». Όταν η γυναίκα τον συμβούλεψε να πάρει μαζί του ένα καπέλο και ένα παγούρι για νερό, ο ηλικιωμένος αρνήθηκε λέγοντας ότι δεν τα χρειάζεται, και συνέχισε την πορεία του. Όπως σημείωσε η κόρη του, η φράση «όπου με βγάλει ο δρόμος» αποτελούσε μια έκφραση που ο πατέρας της συνήθιζε να λέει συνεχώς.

Social