«Οι εκλογές θα γίνουν την άνοιξη του 2027», δήλωσε ο πρωθυπουργός Κυριάκος Μητσοτάκης, ξεκαθαρίζοντας τον χρονικό ορίζοντα της κάλπης στη συνέντευξή του στον ΑΝΤ1 και την εκπομπή «Ενώπιος Ενωπίω» με τον Νίκο Χατζηνικολάου.Την ίδια ώρα, ο πρωθυπουργός απάντησε και στο ενδεχόμενο δημιουργίας κόμματος από τον Αντώνη Σαμαρά, τονίζοντας ότι «δεν μπορώ να διανοηθώ ότι τελικά ο άνθρωπος αυτός θα κάνει κάτι το οποίο θα ζημιώσει την παράταξη που του έδωσε μια δεύτερη ευκαιρία και που τον έκανε Πρωθυπουργό. Δεν πιστεύω ότι θα γίνει αυτό. Αυτή είναι η άποψη μου. Εύχομαι να μην διαψευστώ».
Στη συνέντευξή του ο κ. Μητσοτάκης μίλησε ειδικότερα για τη σχέση του με τον Αντώνη Σαμαρά λέγοντας ότι «είναι ένας άνθρωπος ο οποίος προέρχεται από την παράταξη», ότι «τον ξαναγκάλιασε η παράταξη κάποια στιγμή, του έδωσε την ευκαιρία, έγινε Πρωθυπουργός» και τον χαρακτήρισε «καλό Πρωθυπουργό», προσθέτοντας πως δεν προτίθεται να αλλάξει την άποψή του, καθώς υπήρξε υπουργός του.
Στο ίδιο πλαίσιο, ερωτηθείς για τη δημόσια κριτική των δύο πρώην πρωθυπουργών της Νέας Δημοκρατίας, Κώστα Καραμανλή και Αντώνη Σαμαρά, ο πρωθυπουργός είπε ότι θεωρεί «άδικη» την κριτική τους για την εξωτερική πολιτική της κυβέρνησης λέγοντας ότι η κυβέρνηση έχει αναλάβει μία σειρά από πρωτοβουλίες οι οποίες δεν είχαν προχωρήσει επί δεκαετίες ενώ πρόσθεσε ότι «σέβομαι και τους δύο πρώην Πρωθυπουργούς, εκλεγμένους με τη Νέα Δημοκρατία» και «δεν θέλω να πω κάτι περισσότερο».
Ολόκληρη η τοποθέτηση του πρωθυπουργού στον ΑΝΤ1:
Ξέρετε πρωθυπουργό που επιδιώξει ταραγμένα νερά; Αν ναι, συνειδητά κάνει λάθος. Ο καλός ο καπετάνιος στη φουρτούνα φαίνεται».
«Η Ελλάδα δεν έχει υποχωρήσει σε κανένα θέμα σε σχέση με τη διακήρυξη των Αθηνών.
Η Ελλάδα θέτει την ατζέντα και η Τουρκία αντιδρά.
Θέλω να σας θυμίσω ότι οι δύο πρώην πρωθυπουργοί επιδίωκαν μια λειτουργική σχέση με την Τουρκία. Εγώ, είμαι ο μόνος πρωθυπουργός που πήγα στην Άγκυρα και έθεσα το casus belli». Δεν θυμάμαι κανέναν άλλον τέως πρωθυπουργό να το έχει θέσει και υπάρχει από το 1995».
Στο πεδίο των εκλογών και του κυβερνητικού ορίζοντα, ο κ. Μητσοτάκης απέκλεισε σενάρια αιφνιδιασμού, δίνοντας ως σταθερό σημείο αναφοράς την άνοιξη του 2027. Σε άλλο σημείο, εξήγησε ότι, αν ήθελε να εξαντλήσει τα συνταγματικά όρια, «θα μπορούσαμε να κάνουμε εκλογές τον Ιούλιο ή και τον Αύγουστο του 2027», όμως «οι εκλογές πρέπει να γίνουν προφανώς νωρίτερα» καθώς «την 1η Ιουλίου» η Ελλάδα αναλαμβάνει την προεδρία του Συμβουλίου της Ε.Ε., γεγονός που –όπως είπε– απαιτεί προετοιμασία και κυβερνητική συνέχεια.
Για το ενδεχόμενο συνεργασιών, ο πρωθυπουργός επέμεινε στον στόχο της αυτοδυναμίας, υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα ότι «σέβομαι τη λαϊκή ετυμηγορία».
Όπως είπε, «ο στόχος μου είναι τη Δευτέρα, όχι την Κυριακή, τη Δευτέρα η χώρα να έχει κυβέρνηση», σημειώνοντας ότι «κυρίαρχος είναι ο ελληνικός λαός».
Ο Κυριάκος Μητσοτάκης ενέταξε τον Αλέξη Τσίπρα στο δίλημμα της επόμενης εκλογικής αναμέτρησης, λέγοντας ότι «δεν είναι “Μητσοτάκης ή χάος”», αλλά «“Μητσοτάκης ή Ανδρουλάκης”, … “Μητσοτάκης ή Τσίπρας”», υποστηρίζοντας ότι οι πολίτες «δεν ψηφίζουν μόνο κόμμα, ψηφίζουν και Πρωθυπουργό». Παράλληλα, σχολιάζοντας τον κατακερματισμό της αντιπολίτευσης και ειδικά όσα συνέβησαν στον χώρο της Αριστεράς, αναφέρθηκε ευθέως στην πορεία μετά την αποχώρηση του κ. Τσίπρα από τον ΣΥΡΙΖΑ, με αιχμές για τις διαδοχικές εσωτερικές ανακατατάξεις και για τη δημιουργία νέου κόμματος από τον ίδιο. «Αλλά από εκεί και πέρα, μία κουβέντα γι’ αυτό το οποίο λέτε: εσάς αν σας πάρουν τρεις φορές το δίπλωμα, μπορείτε να οδηγήσετε άλλο αυτοκίνητο; Η απάντηση είναι όχι. Του κ. Τσίπρα τρεις φορές «τού πήραν το δίπλωμα» οι Έλληνες πολίτες και τώρα φτιάχνει ένα καινούργιο κόμμα, θέλει να οδηγήσει ένα καινούργιο αυτοκίνητο, αλλά είναι ο ίδιος ο κ. Τσίπρας. Έτσι δεν είναι;» είπε χαρακτηριστικά ο κ. Μητσοτάκης.
Απαντώντας σε σχετικό ερώτημα για τη Μαρία Καρυστιανού, πρωθυπουργός είπε: «Η ίδια εμφανίζεται εξαιρετικά δημοφιλής, περισσότερο απ’ ό,τι το κόμμα της. Σας ανησυχεί αυτό; Μπορεί η δημοφιλία της σταδιακά να μετατραπεί σε ψήφο; Απειλεί τη Νέα Δημοκρατία; Και σας ρωτώ γιατί λένε ότι κινείται στον χώρο δεξιά της Νέας Δημοκρατίας. Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι ένας άνθρωπος που διέθετε ένα πάρα πολύ μεγάλο συναισθηματικό απόθεμα συμπάθειας. Απολύτως κατανοητό. Τώρα, αν αυτό μεταφράζεται και σε πολιτική στήριξη, είναι κάτι που είναι συζητήσιμο. Μέχρι στιγμής οι δημόσιες τοποθετήσεις της δεν με έχουν πείσει ότι έχει τις βασικές γνώσεις, δεν μιλάω για τις εξειδικευμένες γνώσεις, για να μπορέσει να σταθεί με επάρκεια ως πολιτικός αρχηγός. Αλλά, από εκεί και πέρα, νωρίς είναι ακόμα. Θα τοποθετηθεί για θέματα, θα ερωτηθεί για θέματα, θα πιεστεί για θέματα σε συνεντεύξεις, και από εκεί και πέρα οι πολίτες θα κρίνουν εάν είναι ένα κόμμα το οποίο έχει κάτι να εισφέρει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο ή αν είναι μια ακόμα εκδοχή κομμάτων -και έχουμε δει μπόλικα από την «κάτω» και την «πάνω πλατεία», από τις εποχές της «πάνω» και της «κάτω πλατείας»- που το μόνο το οποίο θέλουν να κάνουν είναι ουσιαστικά να εκφράζουν έναν θυμό ο οποίος μπορεί να υπάρχει -και υπάρχει αναντίρρητα στην ελληνική κοινωνία- σε μια τιμωρητική ψήφο, χωρίς όμως να προσφέρουν καμία ουσιαστική εναλλακτική».
Στο μέτωπο των υποθέσεων που άπτονται του κράτους δικαίου –με τον κ. Χατζηνικολάου να θέτει στο τραπέζι ΟΠΕΚΕΠΕ, Τέμπη και υποκλοπές, καθώς και το ερώτημα περί «συγκάλυψης» και ποινικών ευθυνών– ο κ. Μητσοτάκης επέλεξε να απαντήσει πρώτα με το γενικό πλαίσιο, παραπέμποντας στις εκθέσεις της Ευρωπαϊκής Επιτροπής για το κράτος δικαίου, λέγοντας ότι η Ελλάδα «κάνει σημαντική πρόοδο από χρονιά σε χρονιά» και ότι λαμβάνει «πολύ σοβαρά τις συστάσεις».
Ανέφερε ως παράδειγμα τον τρόπο επιλογής ηγεσιών της Δικαιοσύνης, σημειώνοντας ότι μέχρι τη συνταγματική αναθεώρηση ψηφίστηκε ρύθμιση ώστε «οι ίδιοι οι δικαστές να ψηφίζουν ποιοι πρέπει να προεδρεύουν των ανώτατων δικαστηρίων».
Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ, ο πρωθυπουργός στάθηκε στην κοινοβουλευτική διαδικασία και στη στάση της κυβέρνησης απέναντι σε αιτήματα άρσης ασυλίας, λέγοντας:
«Ζητήθηκε η άρση ασυλίας 13 βουλευτών μας. Αμέσως είπα “ναι”».
Πρόσθεσε ότι δύο υποθέσεις «ήδη μπήκαν στο αρχείο», ενώ αναφέρθηκε σε πόρισμα που –όπως είπε– ζήτησε η ίδια η Ευρωπαϊκή Εισαγγελία, το «πόρισμα Τυχεροπούλου», υποστηρίζοντας πως κατέληγε ότι «η ζημιά δεν ήταν 1,5 εκατομμύριο, ήταν 110.000 με 120.000» και θέτοντας το ερώτημα γιατί αυτά «δεν ελήφθησαν υπ’ όψιν πριν αποσταλούν οι υποθέσεις στη Βουλή».
Για τα Τέμπη, ο κ. Μητσοτάκης διαχώρισε –όπως είπε– το «πώς έγινε το δυστύχημα» από το «τι έγινε μετά το δυστύχημα» και επιτέθηκε στη συζήτηση περί «ξυλολίου», λέγοντας ότι «στα Τέμπη χτίστηκε ένας μεγάλος αστικός μύθος, ένα τεράστιο ψέμα» και ότι «δεν υπήρχε κανένα ξυλόλιο», άρα «δεν υπήρχε κανένα κίνητρο να συγκαλυφθεί οτιδήποτε».
Στο ίδιο κεφάλαιο, απαντώντας στην κριτική περί «προστασίας» πολιτικών προσώπων, σημείωσε ότι είναι «πρώτη φορά» που κυβερνητική πλειοψηφία στέλνει υπουργούς της στο Δικαστικό Συμβούλιο, «για αυτό το οποίο η Βουλή έκρινε ότι έπρεπε να εξεταστεί».
Στο οικονομικό σκέλος, ο πρωθυπουργός έθεσε ως βασική αιτία της πρόσφατης ανόδου του πληθωρισμού τα καύσιμα και τη διεθνή αναταραχή, ενώ αναγνώρισε ότι «η συσσωρευμένη ακρίβεια μετά την πανδημία» πιέζει νοικοκυριά, ειδικά όσους βρίσκονται στο ενοίκιο.
Στην αντιπαράθεση για φόρους, ΦΠΑ και ειδικό φόρο κατανάλωσης, είπε ότι η Ελλάδα «ιστορικά έχει φόρους υψηλότερους στα καύσιμα», ενώ για τις προτάσεις μείωσης φόρων υποστήριξε ότι το δημοσιονομικό κενό «θα ξεπερνά το 1 δισεκατομμύριο» και ζήτησε να διευκρινιστεί «ποιον άλλον φόρο πρέπει να αυξήσω για να το βρω».
Για τον ΦΠΑ ειδικότερα, δήλωσε ότι «είναι λάθος μέτρο», επικαλούμενος ότι χώρες που το δοκίμασαν «το πήραν πίσω», ενώ ισχυρίστηκε ότι «η μείωση του ΦΠΑ χάνεται στην εφοδιαστική αλυσίδα».
Ο κ. Μητσοτάκης παρέθεσε παρεμβάσεις ενίσχυσης εισοδήματος και στήριξης, αναφέροντας τη φορολογική μεταρρύθμιση, τις αυξήσεις του κατώτατου μισθού («πια είναι στα 920 ευρώ»), καθώς και «έκτακτες ενισχύσεις 800 εκατομμυρίων» από το πλεόνασμα του 2025, όπως fuel pass, χρηματοδότηση του ντίζελ στην αντλία, «150 ευρώ επίδομα για κάθε παιδί» και αύξηση της μόνιμης στήριξης των συνταξιούχων.
Ταυτόχρονα, υπερασπίστηκε τη δημοσιονομική στρατηγική, λέγοντας ότι «χρειαζόμαστε πλεονάσματα για να μειώσουμε το χρέος» και παρουσιάζοντας ως «εθνική επιτυχία» τη «μείωση του χρέους κατά 60 ποσοστιαίες μονάδες», τονίζοντας ότι δεν πρόκειται να «θέσει σε αμφισβήτηση τη δημοσιονομική σταθερότητα».
Για το οικονομικό πλαίσιο, ο πρωθυπουργός προανήγγειλε ότι η κυβέρνηση επεξεργάζεται τις παρεμβάσεις για τη ΔΕΘ, σημειώνοντας ότι «δεν ξέρουμε ακόμα πόσο χώρο θα έχουμε στη διάθεσή μας» και ότι αυτό θα προσδιοριστεί «σε περίπου έναν με δύο μήνες».
Στο ενδεχόμενο επαναφοράς 13ου μισθού, είπε ότι «αυτό δεν νομίζω ότι είναι αυτή τη στιγμή στους σκοπούς μας».
Στο κλείσιμο της συνέντευξης, ο Νίκος Χατζηνικολάου έθεσε στον Κυριάκο Μητσοτάκη το «ερώτημα του απλού πολίτη» για το γιατί ζητά τρίτη τετραετία, μετά από επτά χρόνια στην πρωθυπουργία, με τον πρωθυπουργό να απαντά ότι «είναι το πιο εύλογο ερώτημα» και ότι τον έχει προβληματίσει ο ίδιος «πότε και πώς τελειώνει μία πολιτική καριέρα», επιμένοντας πως «δεν είμαστε ισόβιοι» και ότι θέλει «να υπάρχει και ζωή μετά την πολιτική… έξω από την πολιτική».
Ταυτόχρονα, αιτιολόγησε την επιλογή του με το επιχείρημα ότι η περίοδος έως το 2030 θα κρίνει «αν η Ελλάδα θα είναι με την πλευρά των νικητών ή των ηττημένων», επικαλούμενος «την εμπειρία, τη διάθεση και τη γνώση» και «κάποιο διεθνές κύρος» ενόψει και της ανάληψης της προεδρίας της Ε.Ε., ενώ δεσμεύτηκε ρητά πως «αν με εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός να κάνω τρίτη τετραετία, τέταρτη δεν πρόκειται να υπάρξει».
Στο ίδιο πλαίσιο, συνέδεσε την επόμενη θητεία με «ένα ακόμα μεγάλο άλμα» και με την ανάγκη «να εξασφαλίσω, κυρίως, ότι δεν θα ξαναπάμε πίσω», επαναφέροντας την πρότασή του για «ρήτρα δημοσιονομικής σταθερότητας» στο Σύνταγμα, ώστε να αποτραπεί —όπως είπε— το ενδεχόμενο «να ξαναέρθει κάποιος και δεν θα τινάξει την “μπάνκα” στον αέρα».

Ο πρωθυπουργός δήλωσε:
Καραμανλής και Σαμαράς έχουν συναντηθεί με τον Erdogan, γνωρίζουν την πολυπλοκότητα των σχέσεων με την Τουρκία. Είμαι ο μόνος Έλληνας πρωθυπουργός ο οποίος πήγε στην Άγκυρα και έθεσα το ζήτημα του Casus Belli.
Δεν θυμάμαι κανέναν άλλον τέως πρωθυπουργό να το έχει θέσει και υπάρχει από το 1995.
Θεωρώ ότι η κριτική από Σαμαρά και Καραμανλή είναι άδικη.
Δεν θέλω να πω πολλά περισσότερα, είναι εκλεγμένοι με τη Νέα Δημοκρατία.
Μέχρι το 2023 δεν θυμάμαι να μας έχει ασκηθεί κάποια κριτική.
Το διπλωματικό κεφάλαιο της Ελλάδας είναι εμφανώς αναβαθμισμένο. Στρατηγική η σχέση μας με το Ισραήλ.
Η χώρα μας έχει παράσχει έμπρακτη στήριξη σε χώρες όπως το Κατάρ και η Σαουδική Αραβία.
Δεν υπάρχει κίνδυνος εμπλοκής και κινούμαστε αμιγώς σε δόγμα αμυντικού χαρακτήρα.
Η αψιμαχία Erdogan με Netanyahu έχει βαθύτερα αίτια και σε έναν βαθμό απευθύνεται και στο εσωτερικό της Τουρκίας.
Είμαστε παρόντες στον Λίβανο, στην προσπάθεια να ανακτήσουν τον πλήρη έλεγχο της χώρας.

Για τον ΟΠΕΚΕΠΕ
Δίνουμε μεγάλη μάχη με αυτό που ονομάζεται βαθύ κράτος με πολλές φορές, κομματικές απολήξεις. Αυτές οι υποθέσεις είναι υποθέσεις του 2021. Πρώτος αναγνώρισα ότι στον ΟΠΕΚΕΠΕ υπήρξε μεγάλη καθυστέρηση. Πήρα μεγάλη απόφαση και τον καταργήσαμε. Προσπαθήσαμε να διορθώσουμε το σύστημα εκ των έσω και δεν το καταφέραμε.
Ο Γόρδιος Δεσμός έπρεπε να κοπεί.
Το ποινικό σκέλος του ΟΠΕΚΕΠΕ
Ζητήθηκε η άρση ασυλίας 13 βουλευτών μας. Δύο ήδη μπήκαν στο αρχείο αμέσως.
Το πόρισμα της ευρωπαϊκής εισαγγελίας μιλά εν τέλει για 120.000 ευρώ και όχι 13 εκατομμύρια. Αυτά η ευρωπαϊκή εισαγγελία γιατί δεν το ήλεγξε πριν στείλει τις υποθέσεις. Θα φανεί εάν η κυρία Kovesi έχει κάνει λάθη.
Οι εισαγγελείς στο εξωτερι8κό αξιολογούνται από το πόσες υποθέσεις οδηγούνται σε καταδίκη.
Για τα Τέμπη
Ξέρετε άλλη κυβέρνηση να έχει στείλει υπουργούς της στο δικαστικό συμβούλιο;
Η δίκη διεξάγεται κανονικά, με 36 κατηγορύμενους. Θέλω να θυμίσω ότι στα Τέμπη χτίστηκε ένα μεγάλο ψέμα, η ξυλολειάδα, ένα άθλιο ψέμα το οποίο καταρρίφθηκε γιατί ξέρουμε πια ότι δεν υπήρχε τίποτα τέτοιο.
Τα πράγματα μπαίνουν στη θέση τους και καταλαβαίνουμε τι παίχτηκε.
Μία συστηματική επιχείρηση λασπολόγησης της κυβέρνησης και εμένα είπαν δολοφόνο. Αυτές είναι πολύ βαριές κουβέντες.
Εγώ πήγα αμέσως στα Τέμπη, αυτό που έζησα θα με συνοδεύει μία ζωή. Δεν γίνεται εκείνη τη στιγμή εμάς το μυαλό μας να είναι στο να καλύψουμε.
Για την αντιπολίτευση
Γιατί πρέπει να έχω άποψη για ένα θέμα το οποίο δεν με αφορά και το οποίο, εξάλλου, δεν μπορώ να επηρεάσω;
Αυτή τη στιγμή τι βλέπουμε;
Βλέπουμε μια πολιτική δύναμη που, παρά τα προβλήματά της, εξακολουθεί να είναι καθαρά πρώτη με διπλάσιο ποσοστό, υπερδιπλάσιο ποσοστό -στις μετρήσεις, τουλάχιστον- του δεύτερου.
Χαμηλότερα ποσοστά, αλλά σίγουρα σε απόσταση που να θεωρείται εφικτός ο στόχος της αυτοδυναμίας.
Και από εκεί πέρα βλέπουμε ένα τελείως κατακερματισμένο πολιτικό σκηνικό, το οποίο ενώνεται σε μια συνισταμένη: «πώς θα πέσει η κυβέρνηση» και «θα φύγει ο Μητσοτάκης», χωρίς να λένε απολύτως τίποτα για το πώς θα κυβερνηθεί η χώρα μετά.
Και μια Βουλή, κ. Χατζηνικολάου, στην οποία αξιωματική αντιπολίτευση είναι οι ανεξάρτητοι.
Δεν το έχουμε ξαναδεί αυτό, όσα χρόνια τουλάχιστον παρακολουθούμε το κοινοβούλιο. Και ίσως και μια…
Για την Καρυστιανού και το κόμμα «Ελπίδα για την Δημοκρατία»
Δεν ξέρω σε ποιο χώρο κινείται, γιατί δεν είμαι σίγουρος ότι έχει δώσει κάποιο σαφές στίγμα.
Δεν υπάρχει καμία αμφιβολία ότι είναι ένας άνθρωπος που διέθετε ένα πάρα πολύ μεγάλο συναισθηματικό απόθεμα συμπάθειας.
Απολύτως κατανοητό.
Τώρα, αν αυτό μεταφράζεται και σε πολιτική στήριξη, είναι κάτι που είναι συζητήσιμο. Μέχρι στιγμής οι δημόσιες τοποθετήσεις της δεν με έχουν πείσει ότι έχει τις βασικές γνώσεις, δεν μιλάω για τις εξειδικευμένες γνώσεις, για να μπορέσει να σταθεί με επάρκεια ως πολιτικός αρχηγός.
Αλλά, από εκεί και πέρα, νωρίς είναι ακόμα.
Θα τοποθετηθεί για θέματα, θα ερωτηθεί για θέματα, θα πιεστεί για θέματα σε συνεντεύξεις, και από εκεί και πέρα οι πολίτες θα κρίνουν εάν είναι ένα κόμμα το οποίο έχει κάτι να εισφέρει ουσιαστικά στον δημόσιο διάλογο ή αν είναι μια ακόμα εκδοχή κομμάτων -και έχουμε δει μπόλικα από την «κάτω» και την «πάνω πλατεία», από τις εποχές της «πάνω» και της «κάτω πλατείας»- που το μόνο το οποίο θέλουν να κάνουν είναι ουσιαστικά να εκφράζουν έναν θυμό ο οποίος μπορεί να υπάρχει -και υπάρχει αναντίρρητα στην ελληνική κοινωνία- σε μια τιμωρητική ψήφο, χωρίς όμως να προσφέρουν καμία ουσιαστική εναλλακτική.
Θέλω να πιστεύω ότι θα έχω ζωή και έξω από την πολιτική
Πιστεύω ότι τα επόμενα χρόνια, μέχρι το 2030, θα αλλάξουν πάρα πολλά πράγματα στον κόσμο.
Μίλησα για τις γεωπολιτικές ανακατατάξεις, μίλησα για την τεχνητή νοημοσύνη.
Θα κριθεί αν η Ελλάδα θα είναι με την πλευρά των νικητών ή των ηττημένων.
Το λέω τόσο απλά και τόσο, θα έλεγα, κυνικά.
Και πιστεύω ότι έχω την εμπειρία, τη διάθεση και τη γνώση, νομίζω κάποιο διεθνές κύρος -αναλαμβάνουμε και την προεδρία της Ευρωπαϊκής Ένωσης, όπως σας είπα-, να είμαι κατάλληλος.
Δεν λέω ότι είμαι ο πιο κατάλληλος -το ποιος είναι ο πιο κατάλληλος θα το κρίνει ο ελληνικός λαός- αλλά ότι είμαι κατάλληλος να μπορέσω αυτή την κρίσιμη περίοδο να ηγηθώ μίας προσπάθειας να κάνει η χώρα ένα ακόμα μεγάλο άλμα.
Πιστεύω ότι έχουμε κάνει πολλά βήματα.
Πιστεύω ότι κι εγώ είμαι πιο έμπειρος. Πιστεύω ότι κι εγώ μπορώ να δω και να μάθω από τα δικά μου λάθη πού πρέπει να κινηθούμε πιο γρήγορα.
Και νομίζω ότι και, εμφανώς απαλλαγμένος από οποιοδήποτε περαιτέρω άγχος -διότι σας διαβεβαιώνω ότι αν με εμπιστευτεί ο ελληνικός λαός να κάνω τρίτη τετραετία, τέταρτη δεν πρόκειται να υπάρξει-, να μπορώ να κινηθώ με μεγαλύτερη άνεση, πιο έμπειρος και πιο αποφασισμένος, να κάνω τα πράγματα που πιστεύω ότι ακόμα πρέπει να γίνουν.
Και να εξασφαλίσω, κυρίως, ότι δεν θα ξαναπάμε πίσω.
Γιατί τίποτα δεν εγγυάται ότι όλα αυτά τα οποία πετύχαμε δεν θα ανατραπούν κάποια στιγμή.
Και αν επιμένω, ως προς το Σύνταγμα, να βάλουμε μια ρήτρα δημοσιονομικής σταθερότητας, είναι ακριβώς γιατί πού ξέρω εγώ αν την επόμενη μέρα δεν θα ξαναέρθει κάποιος και δεν θα τινάξει την «μπάνκα» στον αέρα.
Αν έγινε μια φορά, μπορεί να ξαναγίνει.
Θέλω να είμαι απολύτως σίγουρος ότι θα κάνω ό,τι περνάει από το χέρι μου, και με συνταγματική κατοχύρωση, αυτό να μη συμβεί.
ΠΗΓΗ bankingnews.gr

Social