«Είμαι πεσμένη στη μέση του δρόμου, αιμορραγώ, φοβάμαι» – Συγκλονίζει το προφητικό ποίημα της 17χρονης Ελένης

«Είμαι πεσμένη στη μέση του δρόμου, αιμορραγώ, φοβάμαι» – Συγκλονίζει το προφητικό ποίημα της 17χρονης Ελένης

Ρίγη συγκίνησης προκαλούν οι στοίχοι που έγραψε η 17χρονη μαθήτρια πριν χάσει τη ζωή της στο τρομερό δυστύχημα

Βουβός πόνος επικρατεί στην τοπική κοινωνία της Κάτω Αχαΐας για τον άδικο χαμό της 17χρονης Ελένης που «έσβησε» στην άσφαλτο όταν το αυτοκίνητο που οδηγούσε η νοσηλεύτρια μητέρα της συγκρούστηκε με νταλίκα στην εθνική Πατρών – Πύργου.

Συγγενείς, φίλοι και συμμαθητές της άτυχης 17χρονης δεν μπορούν να πιστέψουν πώς το κορίτσι με το γλυκό χαμόγελο και την ευαίσθητη ψυχή δεν βρίσκεται πλέον ανάμεσά τους.

veskouki

Μάλιστα, πληροφορίες ανέφεραν ότι η μητέρα της Ελένης που εργαζόταν ως νοσηλεύτρια στο κέντρο Υγείας Κ. Αχαΐας και βρισκόταν τραυματισμένη στο νοσοκομείο, δεν είχε ενημερωθεί για τον χαμό του «αγγέλου» της. 

AXAIA1

Την ίδια ώρα, προκαλεί ρίγη συγκίνησης ένα ποίημα που δημοσίευσε ο δάσκαλος της άτυχης μαθήτριας που λάτρευε το μάθημα της Λογοτεχνίας. Ο Βασίλης Παπαδημητρόπουλος σε ανάρτησή του στο διαδίκτυο παραθέτει τους προφητικούς στίχους της 17χρονης Ελένης, τους οποίους είχε γράψει στο πλαίσιο του πολιτιστικού προγράμματος «Δημιουργική Γραφή, στο Γυμνάσιο Κάτω Αχαΐας 2019», σύμφωνα με το patrisnews.gr.

«[‘‘Άδεια η πόλη – συντρίμμια παντού -” ]

Εκεί στο στενό δρομάκι…

Βρισκόταν το σπίτι μας. Πολύ όμορφο σπίτι.

Με έναν μεγάλο κήπο. Γεμάτος λουλούδια.

Η μαμά τα αγαπούσε πολύ.

Εκεί μαζί με τον μπαμπά χαιρετούσαμε τον ήλιο

κάθε πρωί!

Μια μέρα μου αρνήθηκε.

Με πήρε απ’ το χέρι και με πήγε στο κελάρι.

Ήταν σκοτεινά – είχα τρομάξει πολύ –

Απ’ έξω ουρλιαχτά, τίποτα άλλο.

Τρεις μέρες μείναμε εκεί

χωρίς ήλιο στα μάτια.

Όταν βγήκαμε, όλα ήταν διαφορετικά.

Ο μπαμπάς με πήρε αγκαλιά

και μου είπε ότι όλα θα πάνε καλά.

Μια σφαίρα χαλάρωσε τα χέρια του

Ένας γδούπος, ένα σώμα νεκρό

– του μπαμπά!

Η μαμά τον έσυρε στην άκρη.

Πονούσε, πονούσε πολύ. σε λίγο ξεψύχησε.

Η μαμά πονούσε, πονούσε κι αυτή.

Με πήρε από το χέρι και τοίχο τοίχο φτάσαμε σε ένα σπίτι.

Μείναμε εκεί για μέρες πολλές.

Κάποια μέρα η μαμά βγήκε.

Δε γύρισε όμως.

Οι άλλοι δε με άφηναν να βγω να την ψάξω.

Ήταν νύχτα. Όλοι κοιμόντουσαν.

Βγήκα.

Είμαι πεσμένη στη μέση του δρόμου.

Αιμορραγώ, φοβάμαι, τα μάτια μου κλείνουν.

Δεν ξέρω πόσο ακόμα θα ζήσω.

Ένα ξέρω μόνο.

Ότι θα έδινα τα πάντα για μια μέρα ακόμα στον κήπο του σπιτιού μου,

μαζί με τη μαμά και τον μπαμπά.

Ε, μπαμπά; δεν ήταν ωραία!».

 

Δημοσίευση σχολίου

0 Σχόλια