Γράφει ο Χρήστος Κωνσταντινίδης
Η απόφαση Ελλάδας και Λιβύης να επανεκκινήσουν τις συζητήσεις για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και Αποκλειστικής Οικονομικής Ζώνης είναι, εκ πρώτης όψεως, μια θετική διπλωματική εξέλιξη. Όμως δεν πρέπει να παρερμηνευθεί. Δεν πρόκειται για εύκολη προσέγγιση ούτε για ένδειξη ότι η Τρίπολη απομακρύνεται από την τουρκική επιρροή. Πρόκειται περισσότερο για μια αναγκαστική άσκηση διπλωματικού ρεαλισμού από την πλευρά της Αθήνας, η οποία επιχειρεί να κρατήσει ανοικτούς διαύλους επικοινωνίας σε ένα περιβάλλον όπου η Τουρκία έχει αποκτήσει βαθιά πολιτικά, στρατιωτικά και οικονομικά ερείσματα.
Η επίσκεψη του Γιώργου Γεραπετρίτη στην Τρίπολη είχε ακριβώς αυτόν τον χαρακτήρα. Ο Έλληνας υπουργός Εξωτερικών συναντήθηκε με τον πρωθυπουργό της Κυβέρνησης Εθνικής Ενότητας, Αμπντούλ Χαμίντ Ντμπέιμπα, καθώς και με τον Αλ Τάχερ Σάλεμ αλ-Μπαούρ, που ασκεί χρέη υπουργού Εξωτερικών. Το μήνυμα της Αθήνας ήταν ότι η Ελλάδα δεν πρόκειται να εγκαταλείψει το πεδίο της Λιβύης στην Τουρκία. Βέβαια εάν πάμε πίσω στο 2019 που οριστικοποιήθηκε η υπογραφή του τουρκολιβυκού μνημονίου θα δούμε, ότι υπήρχαν φωνές που καλούσαν σε εγρήγορση για να προλάβει το πολιτικό σύστημα τις δυσμενείς εξελίξεις, οι οποίες δημιούργησαν άλλα προβλήματα όπως αυτό το επεισόδιο της Κάσου, με το οποίο η Άγκυρα αμφισβήτησε την οριοθετημένη ΑΟΖ Ελλάδας-Αιγύπτου και επέβαλλε ντε φάκτο το παράνομο μνημόνιο με την Τρίπολη, αλλά οι φωνές αυτές δεν εισακούστηκαν. Ακόμα κι αν οι συσχετισμοί είναι δυσμενείς, ακόμη κι αν το μεταβατικό καθεστώς της Τρίπολης κινείται σε τροχιά στενής συνεργασίας με την Άγκυρα, η ελληνική διπλωματία δεν έχει την πολυτέλεια της απουσίας.
Η ενεργοποίηση της Μικτής Επιτροπής, όπως ανακοίνωσε ο κ. Γεραπετρίτης, μπορεί να λειτουργήσει ως μηχανισμός επανεξέτασης παλαιών συμφωνιών, προώθησης νέων συνεργασιών και διαχείρισης θεμάτων αιχμής. Στο ίδιο πλαίσιο εντάσσεται και η απόφαση να συνεχιστούν οι συζητήσεις των τεχνικών επιτροπών για την οριοθέτηση υφαλοκρηπίδας και ΑΟΖ. Αυτή είναι η ουσία της υπόθεσης. Όχι οι γενικόλογες αναφορές στην ειρήνη, στην ευημερία και στη συνεργασία, αλλά το αν οι δύο πλευρές μπορούν να καθίσουν στο τραπέζι με πραγματικούς όρους Διεθνούς Δικαίου.
Εδώ, όμως, αρχίζουν τα δύσκολα.
Το βασικό εμπόδιο παραμένει το τουρκολιβυκό μνημόνιο. Η Τρίπολη δεν το αντιμετωπίζει ως ένα παράνομο, άκυρο και γεωγραφικά παράλογο κείμενο, όπως ορθώς το θεωρεί η Αθήνα. Το αντιμετωπίζει ως ισχύουσα συμφωνία, ως «νόμο του κράτους». Αυτό σημαίνει ότι η λιβυκή πλευρά δεν προσέρχεται στον διάλογο από ουδέτερη αφετηρία. Προσέρχεται με ένα χαρτί στο τραπέζι που ακυρώνει στην πράξη την επήρεια ελληνικών νησιών, αγνοεί την Κρήτη, την Κάσο, την Κάρπαθο και τη Ρόδο, και επιχειρεί να εμφανίσει την Τουρκία και τη Λιβύη ως χώρες με θαλάσσια σύνορα.
Αυτό είναι το κεντρικό πρόβλημα. Η Ελλάδα και η Λιβύη είναι πράγματι γνήσια γειτονικές χώρες, με αντικείμενες ακτές. Η Τουρκία και η Λιβύη δεν είναι. Γι’ αυτό και η φράση του Έλληνα υπουργού Εξωτερικών περί «γνήσια γειτονικών χωρών» δεν ήταν τυχαία. Ήταν μια προσεκτική, διπλωματική αλλά σαφής υπενθύμιση ότι η γεωγραφία δεν ξαναγράφεται με μνημόνια πολιτικής σκοπιμότητας.
Η ελληνική θέση είναι γνωστή και απολύτως θεμελιωμένη: οριοθέτηση ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδας με βάση το Διεθνές Δίκαιο της Θάλασσας και την UNCLOS, όπως έγινε με την Ιταλία και την Αίγυπτο. Η Αθήνα επιδιώκει να μεταφέρει αυτή τη συζήτηση και στο λιβυκό πεδίο. Όμως η Λιβύη δεν είναι Ιταλία ούτε Αίγυπτος. Είναι ένα κράτος διαιρεμένο, με ανταγωνιστικά κέντρα εξουσίας, ξένες παρεμβάσεις, πολιτοφυλακές, μεταβατικές κυβερνήσεις και θεσμούς περιορισμένης νομιμοποίησης.
Γι’ αυτό και η επανεκκίνηση των τεχνικών επιτροπών πρέπει να αντιμετωπιστεί με ψυχραιμία. Η πρώτη συνεδρίαση, τον Σεπτέμβριο του 2024, είχε περισσότερο χαρακτήρα γνωριμίας. Η επόμενη, πιθανότατα εντός του καλοκαιριού, θα έχει μεγαλύτερη σημασία, διότι εκεί θα φανεί αν υπάρχει πραγματικό περιθώριο συζήτησης ή αν η Τρίπολη θα χρησιμοποιήσει τον διάλογο απλώς ως εργαλείο εξισορρόπησης, χωρίς καμία πρόθεση ουσιαστικής μετακίνησης από τις τουρκικές θέσεις.
Η Αθήνα, πάντως, ορθώς επιλέγει να μην αφήσει το πεδίο κενό. Η διπλωματία δεν ασκείται μόνο όταν οι συνθήκες είναι ιδανικές. Ασκείται κυρίως όταν οι συνθήκες είναι δύσκολες. Η απουσία από την Τρίπολη θα διευκόλυνε την Άγκυρα. Θα έστελνε μήνυμα εγκατάλειψης. Θα παγίωνε την εικόνα ότι η Τουρκία είναι ο μοναδικός σοβαρός παίκτης στη δυτική Λιβύη. Από αυτή την άποψη, οι επαφές Γεραπετρίτη έχουν αξία, ακόμη και αν δεν παράγουν άμεσα αποτελέσματα.
Παράλληλα, η ελληνική πλευρά επιχειρεί να ανοίξει και άλλα πεδία συνεργασίας: εμπόριο, μετανάστευση, πολιτισμός, εκπαίδευση, επιχειρηματικές αποστολές, επενδυτικές ευκαιρίες. Αυτά δεν είναι αμελητέα. Σε χώρες όπως η Λιβύη, η επιρροή δεν οικοδομείται μόνο με νομικά επιχειρήματα. Οικοδομείται με παρουσία, οικονομικά δίκτυα, τεχνικές συνεργασίες, θεσμικές επαφές και σταθερή διπλωματική επιμονή. Η Τουρκία αυτό το κατάλαβε νωρίς και κινήθηκε επιθετικά. Η Ελλάδα οφείλει τώρα να καλύψει χαμένο έδαφος.
Ωστόσο, χρειάζεται προσοχή. Η Τρίπολη δεν πρέπει να χρησιμοποιηθεί από την Αθήνα ως άλλοθι αισιοδοξίας. Το γεγονός ότι συνομιλεί με την Ελλάδα δεν σημαίνει ότι εγκαταλείπει την Τουρκία. Το γεγονός ότι αποδέχεται τεχνικές επιτροπές δεν σημαίνει ότι αποδέχεται αυτομάτως την ελληνική νομική βάση. Το γεγονός ότι μιλά για συνεργασία δεν σημαίνει ότι είναι έτοιμη να ακυρώσει το τουρκολιβυκό μνημόνιο.
Αντιθέτως, όλα δείχνουν ότι το μνημόνιο παραμένει βαθιά ενσωματωμένο στον τρόπο με τον οποίο η σημερινή Τρίπολη αντιλαμβάνεται τις θαλάσσιες διεκδικήσεις της. Και αυτό οφείλεται όχι μόνο στην τουρκική πίεση, αλλά και στο γεγονός ότι μέρος του λιβυκού πολιτικού συστήματος θεωρεί τη συμφωνία με την Άγκυρα χρήσιμο διαπραγματευτικό όπλο. Με απλά λόγια, η Λιβύη δεν έχει ισχυρό κίνητρο να το αποκηρύξει, αν δεν υπάρξει σοβαρό πολιτικό, διπλωματικό ή οικονομικό αντάλλαγμα.
Το εσωτερικό σκηνικό της Λιβύης κάνει την κατάσταση ακόμη πιο περίπλοκη. Η χώρα εξακολουθεί να είναι διαιρεμένη, η διαδικασία του ΟΗΕ για εκλογές παραμένει στάσιμη, ενώ η Τουρκία και η Ρωσία διατηρούν αποφασιστικό ρόλο στα δύο βασικά στρατόπεδα επιρροής. Μέσα σε αυτό το χάος, κάθε συμφωνία είναι επισφαλής και κάθε συνομιλία υπόκειται σε πολλαπλές εξωτερικές πιέσεις.
Η Ελλάδα πρέπει, λοιπόν, να κινηθεί με διπλή γραμμή. Από τη μία, να κρατήσει ανοικτό τον διάλογο με την Τρίπολη, χωρίς να χαρίζει το πεδίο στην Άγκυρα. Από την άλλη, να μην επιτρέψει να μετατραπεί ο διάλογος σε παγίδα νομιμοποίησης του τουρκολιβυκού μνημονίου. Η διαπραγμάτευση για ΑΟΖ και υφαλοκρηπίδα πρέπει να γίνεται μόνο πάνω στη βάση του Διεθνούς Δικαίου της Θάλασσας και της πραγματικής γεωγραφίας της περιοχής.
Το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι να υπάρξει απλώς μια ακόμη τεχνική συνάντηση. Το κρίσιμο είναι να τεθεί καθαρά το πλαίσιο: Ελλάδα και Λιβύη έχουν αντικείμενες ακτές και μπορούν να οριοθετήσουν θαλάσσιες ζώνες. Τουρκία και Λιβύη δεν έχουν τέτοια γεωγραφική σχέση. Το μνημόνιο Άγκυρας–Τρίπολης είναι πολιτικό κατασκεύασμα, όχι νομική πραγματικότητα.
Επιμύθιο
Η Αθήνα καλά κάνει και συνομιλεί με την Τρίπολη. Καλά κάνει και ενεργοποιεί επιτροπές, οικονομικές επαφές και διπλωματικούς διαύλους. Όμως ο πρωταρχικός στόχος δεν πρέπει να χαθεί μέσα στις διατυπώσεις περί συνεργασίας. Ο στόχος είναι ένας, η κατάργηση του τουρκολιβυκού μνημονίου. Και εδώ βρίσκεται η μεγάλη δυσκολία, διότι η σημερινή Τρίπολη δεν δείχνει καμία πραγματική διάθεση να το ακυρώσει. Άρα η Ελλάδα έχει μπροστά της μακρύ, δύσκολο και σκληρό διπλωματικό αγώνα, στον οποίο δεν αρκούν οι καλές προθέσεις. Χρειάζεται επιμονή, ισχύς, συμμαχίες και καθαρή στρατηγική.
ΠΗΓΗ geopolitico.gr

Social